Υποφέρω /ipoˈfɛro/ Verb

English
suffer
Italiano
soffrire

Example

  • Δεν αντέχω να βλέπω τα ζώα να {υποφέρουν} από την κακοποίηση.
  • I hate to see animals suffering.
  • Το «υποφέρω» εδώ είναι άμεσο και συναισθηματικό.