Υποψήφιος /ipsóˈfios/ Noun

English
nominee
Italiano
candidato

Example

  • Ο [υποψήφιος] του κόμματος για την προεδρία επιλέχθηκε με οριακή πλειοψηφία.
  • He was chosen as the party's presidential nominee.
  • Εδώ το 'υποψήφιος' είναι ο πιο φυσικός όρος για πολιτική θέση.