Σκάνδαλο / Υπόθεση /skaˈndalo/ Noun

English
affair
Italiano
relazione / faccenda

Example

  • Ο γάμος ήταν μια πολύ κομψή **υπόθεση**.
  • The wedding was a very elegant affair.
  • Εδώ το 'υπόθεση' καλύπτει την έννοια του 'γεγονότος' ή 'εκδήλωσης'.