Στεγαστικό Δάνειο /stiɣasˈtiko ðaˈnio/ Noun

English
mortgage
Italiano
mutuo

Example

  • Έπρεπε να πάρουμε [υποθήκη] για να αγοράσουμε το πρώτο μας διαμέρισμα.
  • We had to apply for a mortgage to buy our first apartment.
  • Εδώ εννοούμε τη διαδικασία ή το αποτέλεσμα της δέσμευσης.