απέναντι /aˈpenandi/ Adverb

English
across
日本語
向こう側

Example

  • Το ποτάμι είναι πολύ φαρδύ· δεν μπορούμε να κολυμπήσουμε απέναντι.
  • The river is too wide; we cannot swim across.
  • Η λέξη υποδηλώνει απόσταση που γεφυρώνεται.