αδυναμία /a.ðu.naˈmi.a/ NounEnglishweakness日本語弱さExampleΟ ασθενής παραπονέθηκε για γενική αδυναμία (αδυναμία / κόπωση / εξάντληση) και κούραση.The patient complained of general weakness and fatigue.Εδώ τονίζεται η σωματική έλλειψη ενέργειας.