λατρεία /laˈtreia/ AdjectiveEnglishcult日本語カルトExampleΗ ταινία έγινε **λατρευτική** στους φοιτητές.It became a cult movie among college students.Εδώ το 'λατρευτικός' (fem.) αποδίδει τέλεια την έννοια του 'cult' ως επίθετο.