αεροδρόμιο /a.e.ɾoˈðɾo.mi.o/ NounEnglishairport日本語空港ExampleΗ πτήση μου αναχωρεί από το διεθνές αεροδρόμιο.My flight leaves from the international airport.Η λέξη 'διεθνές' προσδίδει κύρος και μέγεθος.