αυθαίρετος /afˈθerɛtos/ Επιθετικό
- English
- arbitrary
- 日本語
- 恣意的(しいてき)
Example
- Η επιλογή των παικτών για την ομάδα φάνηκε εντελώς [αυθαίρετη] (απρόβλεπτη / κατά βούληση) — σαν να έριξαν ζάρια.
- The choice of players for the team seemed completely arbitrary.
- Εδώ τονίζεται η έλλειψη διαφάνειας.