άγαλμα /aˈʝalma/ NounEnglishstatue日本語像ExampleΣτο πάρκο δεσπόζει ένα μπρούντζινο **άγαλμα** του ιδρυτή. (γλυπτό / ομοίωμα / μορφή)The park features a bronze statue of the founder.Το 'δεσπόζει' δίνει έμφαση στο μέγεθος και την κυριαρχία του.