Αντιμετώπιση /antimɛˈtoːpisi/ Noun

English
treatment
日本語
治療 / 対応

Example

  • Η φαρμακευτική αγωγή (αγωγή / θεραπεία / μεταχείριση) είναι απαραίτητη για την κατάθλιψη.
  • The drug is used in the treatment of depression.
  • Στην ιατρική, το «αγωγή» είναι ο μαγνήτης.