Αγωνία /aɣoˈnia/ Noun
- English
- distress
- 日本語
- 苦悩
Example
- Τα νέα προκάλεσαν στην Άννα μεγάλη **αγωνία** (θλίψη / στενοχώρια / οδύνη) — Η είδηση την έριξε στο κρεβάτι.
- The news caused her great distress.
- Η 'Αγωνία' είναι πιο έντονη και υπαρξιακή από την απλή 'λύπη'.