ακούω /aˈku.o/ VerbEnglishlisten日本語聴くExampleΆκου! Τι είναι αυτός ο θόρυβος; (Αφουγκράζομαι / Προσέχω / Ακούω)Listen! What's that noise?Το 'Άκου!' είναι η πιο άμεση προστακτική.