ακριβός /akriˈvos/ AdjectiveEnglishexpensive日本語高い (Takai)ExampleΑγόρασαν ένα ακριβό (πολυτελές / ακριβό / κοστοβόρο) αυτοκίνητο.They bought an expensive car.Στην Ελλάδα, η αναφορά στην ακριβή αγορά συχνά υποδηλώνει και ποιότητα.