Ασυνείδητος /asvniˈðitos/ Adjective
- English
- unconscious
- 日本語
- 無意識
Example
- Τον βρήκαν πεσμένο στο πάτωμα, [αναίσθητος] (λιπόθυμος / χωρίς αισθήσεις / άψυχος).
- They found him lying unconscious on the floor.
- Το «αναίσθητος» είναι το πιο συνηθισμένο για απώλεια συνείδησης.