Εκπροσώπηση /ekprosó̱pisi/ Noun

English
representation
日本語
代表・可視化

Example

  • Η αρνητική **αναπαράσταση** των εργαζομένων εξ αποστάσεως στην τηλεόραση είναι ένα μεγάλο ζήτημα.
  • The negative representation of single mothers in the media is a major concern.
  • Εδώ τονίζεται η εικόνα που προβάλλεται στα ΜΜΕ.