Ανεπαρκής /anɛparˈcis/ ΕπαρκήςEnglishinadequate日本語不十分だExampleΟ φωτισμός στο στούντιο ήταν **ανεπαρκής** για τα γυρίσματα.The lighting in the studio was inadequate for filming.Εδώ τονίζεται η ποσοτική/ποιοτική έλλειψη.