Αυτονομία /af.to.noˈmi.a/ NounEnglishindependence日本語自立ExampleΗ Κύπρος κέρδισε την [Ανεξαρτησία] από τη Βρετανία το 1960.Cuba gained independence from Spain in 1898.Ιστορικό γεγονός, πάντα με κεφαλαίο 'Α' όταν αναφέρεται στο έθνος.