Θυμωμένος /θi.moˈme.nos/ AdjectiveEnglishangry日本語怒りExampleΗ συμπεριφορά της με έκανε πραγματικά θυμωμένο.Her behaviour really made me angry.Στην Ελλάδα, η έκφραση του θυμού είναι συχνά άμεση, αλλά η συμφιλίωση θεωρείται αρετή.