ανταγωνιστικός /antaɣo̞nistiˈkos/ Adjective
- English
- competitive
- 日本語
- 競争心
Example
- Η αγορά των startups είναι εξαιρετικά [ανταγωνιστική] — πρέπει να είσαι πάντα ένα βήμα μπροστά.
- The sports industry is incredibly competitive.
- Εδώ τονίζεται η ένταση της αγοράς.