ανταλλάσσω /antaˈlaːso/ Noun

English
exchange
日本語
交換

Example

  • Η **ανταλλαγή** αιχμαλώτων έγινε το πρωί. (Η **ανταλλαγή** / Η **μετάθεση** / Η **μεταβίβαση**) — της ανταλλαγής αιχμαλώτων
  • The exchange of prisoners took place this morning.
  • Εδώ η λέξη είναι ουδέτερη, τυπική.