Διαθέτω / Αντέχω /ðiˈa.ve.to/ VerbEnglishafford日本語余裕があるExampleΜπορούμε να {αντέξουμε οικονομικά} ένα καινούργιο αυτοκίνητο φέτος;Can we afford a new car this year?Το 'αντέχω' εδώ είναι το τέλειο (perfective) για μελλοντική δυνατότητα.