ανθρωπότητα /anθroˈpiti/ Noun
- English
- humanity
- 日本語
- 人間性
Example
- Το μέλλον της [ανθρωπότητας] (φιλανθρωπία / ανθρώπινη φύση / σύνολο ανθρώπων) εξαρτάται από τις πράξεις μας σήμερα.
- The future of humanity depends on our actions today.
- Εδώ τονίζεται η συλλογική ευθύνη.