αντιλαμβάνομαι /antilaˈvɛnɔ/ Ρήμα

English
perceive
日本語
認識する

Example

  • Αυτή η ανακάλυψη έγινε **αντιληπτή** (αόριστος) ως ένα τεράστιο άλμα προς τα εμπρός.
  • This discovery was perceived as a major breakthrough.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ο αόριστος (αντιλήφθηκα) για την ολοκληρωμένη στιγμή της αντίληψης.