Αντιπαράθεση /antiparáˈθesi/ Noun

English
confrontation
日本語
対立

Example

  • Ήθελε να αποφύγει άλλη μία **αντιπαράθεση** με τον πατέρα της.
  • She wanted to avoid another confrontation with her father.
  • Εδώ το 'αντιπαράθεση' είναι η πιο κομψή επιλογή για οικογενειακή ένταση.