Ισχυρίζομαι / Διεκδικώ /isxiˈrizome/ Noun
- English
- claim
- 日本語
- 主張
Example
- Η εταιρεία έκανε ψευδείς **απαιτήσεις** για τα προϊόντα της. (Διεκδίκηση / Ισχυρισμός / Διαβεβαίωση)
- The company made false claims about its products.
- Εδώ το 'απαίτηση' λειτουργεί ως ισχυρισμός για την ποιότητα.