απεγνωσμένα /a.peɣnoˈsme.na/ AdverbEnglishdesperately日本語必死にExampleΚοίταξε την αίθουσα **απελπιστικά** ψάχνοντας για όπλο.She looked desperately around for a weapon.Εδώ το 'απελπιστικά' τονίζει την έλλειψη επιλογών.