Αποφεύγω /ɪsˈtʃuː/ Ρήμα

English
eschew
日本語
避ける (さける)

Example

  • Ο νέος CEO αποφάσισε να [Αποφεύγω] κάθε μορφή περιττής γραφειοκρατίας.
  • He eschewed all forms of processed food.
  • Εδώ το 'αποφεύγω' είναι η πιο φυσική επιλογή για επιχειρηματικό πλαίσιο.