Αποκατάσταση /apokatástasi/ Noun
- English
- restoration
- 日本語
- 修復
Example
- Η αποκατάσταση [αποκατάσταση / επανόρθωση / ανανέωση] της αρχοντικής έπαυλης κράτησε πέντε χρόνια.
- The restoration of the 18th-century manor took five years.
- Εδώ τονίζεται η χρονική διάρκεια της διαδικασίας.