Αποκλειστικός /apokliˈstikos/ Adjective
- English
- exclusive
- 日本語
- 限定
Example
- Το ξενοδοχείο έχει την **αποκλειστική** πρόσβαση στην ιδιωτική παραλία. (Η **αποκλειστική** / Η **μόνο** / Η **ιδιωτική**)
- The hotel has exclusive access to the private beach.
- Το 'αποκλειστική' εδώ τονίζει το μονοπώλιο πρόσβασης.