αποικιακός /a.pi.ko.lʲaˈkos/ Adjective
- English
- colonial
- 日本語
- 植民地
Example
- Το μουσείο εξετάζει τον αντίκτυπο της αποικιακής [αποικιακής / αποικιοκρατικής / εξουσιαστικής] διακυβέρνησης.
- The museum explores the impact of colonial rule.
- Εδώ τονίζεται η περίοδος της κυριαρχίας.