αποτέλεσμα /apotélesma/ Noun

English
effect
日本語
効果

Example

  • Τα θετικά **αποτελέσματα** (συνέπεια / έκβαση / καρπός) της άσκησης είναι τεκμηριωμένα.
  • The beneficial effects of exercise are well-documented.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ο πληθυντικός, 'αποτελέσματα'.