απέτυχα /a.pɔˈti.t͡sa/ Adjective
- English
- failed
- 日本語
- 失敗
Example
- Ανέλυσαν τους λόγους της [αποτυχημένης] συγχώνευσης. (Ανεπιτυχής / Χωρίς αποτέλεσμα / Ναυαγών)
- They analyzed the reasons for the failed merger.
- Το 'αποτυχημένος' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.