αντισταθμίζω /antistaθˈmizo/ Verb
- English
- compensate
- 日本語
- 埋め合わせる
Example
- Τίποτα δεν μπορεί να **εξισορροπήσει** (αντισταθμίσει / αποζημιώσει) την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου.
- Nothing can compensate for the loss of a loved one.
- Εδώ χρησιμοποιείται η πιο συναισθηματική λέξη, το 'εξισορροπώ' (ισοσταθμίζω).