αρχή /aɾˈçi/ NounEnglishprinciple日本語信念ExampleΈχει υψηλές ηθικές [αρχές] (θεμέλιο / αξίες / κανόνες) — είναι ο τύπος του ανθρώπου που δεν κάνει πίσω.She has high moral principles.Εδώ η «αρχή» είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ηθική ταυτότητα.