Άρνηση /arˈni.si/ Noun
- English
- refusal
- 日本語
- お断り
Example
- Η άρνηση του αιτήματός του ήταν αναπάντεχη. (Η άρνηση / Η απόρριψη / Η αντίκρουση — της πρότασής του ήταν αναπάντεχη.)
- The refusal of his request was unexpected.
- Εδώ το 'άρνηση' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.