αρνητικός /arniˈtiːkos/ Adjective

English
negative
日本語
否定的(ひていてき)

Example

  • Η κρίση είχε [αρνητική] επίδραση στο εμπόριο.
  • The crisis had a negative effect on trade.
  • Η λέξη 'επίδραση' απαιτεί θηλυκό επίθετο.