αρχικά /arˈt͡ʃiːka/ AdverbEnglishoriginally日本語本来ExampleΤο σχολείο **αρχικά** ήταν πολύ μικρό.The school was originally very small.Εδώ το 'αρχικά' τονίζει την αρχική, μικρή κλίμακα.