Άσκηση /ˈaːskisi/ NounEnglishexercise日本語運動 (Undō)ExampleΤο κολύμπι **εξασκεί** (οικοδομεί / δημιουργεί / θεμελιώνει) άριστα όλο το σώμα.Swimming is excellent exercise for the whole body.Η άσκηση συνδέεται με την υγεία και την ισορροπία.