Αγωνιστικός /aɣonistiˈkos/ Επιθετικό
- English
- sporting
- 日本語
- スポーツマンらしい
Example
- Η σχολή οργάνωσε μια μεγάλη αθλητική εκδήλωση για την κοινότητα. (Αθλητικός / Αγωνιστικός / Γυμναστικός) — Η λέξη 'αθλητικός' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.
- The school organized a major sporting event for the community.
- Το 'αθλητικός' καλύπτει όλο το φάσμα των σπορ.