αυτί /afˈti/ NounEnglishear日本語耳 (みみ)ExampleΈβαλε το χέρι της πίσω από το **αυτί** της (έπιασε / έβαλε / τοποθέτησε) μια τούφα μαλλιών.She tucked a strand of hair behind her ear.Η κίνηση αυτή είναι συχνά σημάδι νευρικότητας ή φλερτ.