Αξιολογώ /aksioloˈɣo/ Verb

English
evaluate
日本語
評価する

Example

  • Η δίκη θα [αξιολογήσει] (εκτιμήσει / κρίνει) την αποτελεσματικότητα του νέου φαρμάκου.
  • The trial will evaluate the effectiveness of the new drug.
  • Εδώ το 'αξιολογώ' είναι η πιο ταιριαστή νομική/επιστημονική επιλογή.