Αξιοπιστία /aksiopistía/ Noun

English
reliability
日本語
信頼性

Example

  • Η πράξη έθεσε υπό αμφισβήτηση τα κίνητρά της και την [αξιοπιστία] της.
  • The incident cast doubt on her motives and reliability.
  • Εδώ η αξιοπιστία αφορά τον χαρακτήρα.