εξονυχιστική εξέταση /ɛk.so.ni.fist.iˈk.si/ (για την ελληνική απόδοση) Noun

English
scrutiny
日本語
精査

Example

  • Το συμβόλαιο βρίσκεται υπό [Αυστηρή εξέταση] (Λεπτομερής έλεγχος / Ενδελεχής διερεύνηση) της νομικής μας ομάδας.
  • The contract is currently under scrutiny by our legal team.
  • Εδώ τονίζεται η νομική και κριτική πλευρά.