μωρό /moˈro/ Ουσιαστικό

English
baby
日本語
赤ちゃん

Example

  • Το μωρό κοιμάται επιτέλους.
  • The baby is finally asleep.
  • Η ηρεμία του ύπνου είναι ιερή στιγμή για κάθε γονέα.