Ακλόνητος (ως έννοια) /beɪst/ AdjectiveEnglishbased日本語自分軸があるExampleΤο παιχνίδι **βασίζεται σε** (στηρίζεται σε / έχει ως βάση) τους νόμους της φυσικής.The game is based on physics.Εδώ τονίζεται η θεμελιώδης αρχή.