αναμειγνύω /anamikˈnʲo/ Noun
- English
- blend
- 日本語
- 溶け込む
Example
- Αυτός ο καφές είναι ένα υπέροχο **μείγμα** (χαρμάνι / κράμα / μίξη) από Arabica και Robusta κόκκους.
- This coffee is a blend of Arabica and Robusta beans.
- Το 'χαρμάνι' είναι πολύ συχνό για καφέ/καπνό.