Απαιτητικό /a.pi.ti.tiˈko/ Adjective
- English
- challenging
- 日本語
- やりがいのある
Example
- Ήταν μια δύσκολη ανάβαση, μα η θέα άξιζε τον κόπο.
- It was a challenging hike, but the view was worth it.
- Εδώ το 'δύσκολη' είναι η πιο φυσική επιλογή για φυσική δραστηριότητα.