Χαρακτηριστικό γνώρισμα /xa.rak.ti.riˈsti.ko ɣnoˈriz.ma/ Adjective

English
characteristic
日本語
特徴

Example

  • Η αλληλεγγύη είναι **χαρακτηριστική** πολλών μικρών πόλεων.
  • Community support is characteristic of many small towns.
  • Εδώ τονίζεται η ιδιότητα που ορίζει την κοινότητα.