χειρότερα /çiˈɾotera/ Adjective
- English
- worse
- 日本語
- ひどい
Example
- Η εξυπηρέτηση στο νέο καφέ ήταν **χειρότερη** από τον παλιό. (αθλιότερη / χάλια / κατώτερη)
- The service at the new cafe was worse than the old one.
- Το 'χειρότερος' κλίνεται κανονικά ως επίθετο.